Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

σε σκεψεις, χωρις

Ηταν εκεινος ο τυπος του ανθρωπου, που τις ημερες που ολοι διασκεδαζαν η γιορταζαν κατι, η βρισκονταν με τους αγαπημενους τους, καθοταν μονος του σ ενα αδειο σπιτι χωρις να διασκεδαζει η να γιορταζει η να εχει αγαπημενους για να βρεθει. 'η που δεν ειχε διαθεση να βρεθει. ηταν εκεινος που ειχε καποτε αγαπημενους πολλους και πια δεν ενιωθε κανεναν αγαπημενο. ή,εστω, νομιζε πως καποτε ειχε. Αναψε ενα τσιγαρο μηχανικα και σταθηκε στο παραθυρο κοιτωντας προς τα εξω, αλλα στην ουσια το κενο. Θα ελεγε κανεις οτι ηταν χαμενος σε σκεψεις. Μα δεν ηταν, ηταν απολτα συγκεντρωμενος στην σκεψη οτι πρεπει ν' αρχισει να σκεφτεται ορισμενα πραγματα ωστε να τα βαλει σε ταξη στο μυαλο του. Αλλα δεν τα σκεφτοταν. Ηξερε οτι οταν ερθει η ωρα τους θα τα τακτοποιησει στο μυαλο του μ' ευκολια, κι ετσι ανεβαλλε συνεχως αυτη τη σκεψη. Αλλα ποτε δεν ερχοταν η ωρα τους, γιατι -εκει κατεληξε μετα απο σκεψεις- επρεπε να τα σκεφτει και να τα βαλει σε ταξη πρωτα ωστε να ερθει στη συνεχεια και η ωρα τους. Βεβαια υπαρχει κατι επισης σημαντικο που δεν αναφερθηκε: δεν ηξερε καν ποια πραγματα ακριβως επρεπε να βαλει σε ταξη, γιατι ακομα και αυτα αρνουνταν να σκεφτει. Απλα ηξερε οτι οταν χρειαστει θα τα σκεφτει.  Αλλα ποτε δε χρειαζοταν. Αναψε ακομη ενα τσιγαρο επισης μηχανικα και συνεχισε να μη σκεφτεται αυτα που σκεφτοταν οτι θα ηθελε καποια στιγμη να σκεφτει.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Broken flowers


Άφηνε πάντα τα λουλούδια στο βάζο να ξεραίνονται εντελώς
να σκύβουν προς το έδαφος
να κυρτώνουν και να γίνονται μαύρα
Όταν της τα έδιναν δεν έλεγε ποτέ ευχαριστώ
Τι να τα κάνω, έτσι νεκροζώντανα που είναι 
με μια αόριστη -μα σίγουρα κοντινή- ημερομηνία λήξης, έλεγε
Μέρα τη μέρα, τα' βλεπε να πεθαίνουν
λίγο ακόμα
Κάποτε τους άλλαζε το νερό τακτικά
μια μάταιη προσπάθεια να τους χαρίσει λίγο ακόμη χρόνο
ημιζωής. 
Αναμονής
Πλέον ποτέ: Θα ήταν άλλωστε εγωιστικό να επεμβαίνει




for mr Cohen




Εκείνος δε θα ήθελε να φύγει με φανφάρες
-ήταν πάντοτε ένας τζέντλεμαν.
Κάνε του μόνο ένα νεύμα από μακρία
αρκεί
καθώς εκείνος ανασηκώνει το καπελάκι του και
χαμογελά -ο καταραμένος, χαμογελά
και 
φεύγει






Πέμπτη 19 Μαΐου 2016



Παταω λασπες ετσι επειδη δεν τις προσεξα Παταω τσιχλες που δε μασηθηκαν αρκετα κι ετσι κολλουν με μεγαλυτερη ευκολια στα παπουτσια μου Παταω πεζοδρομια.δαπεδα νοσοκομειων, κατουρημενα δαπεδα τουαλετων και δαπεδα εκκλησιων Παταω τους κακους, επειδη ειναι κακοι τους καλους, επειδη ειναι καλοι Παταω τα μυρμηγκια, επειδη ειναι μικρα με την πρωτη ματια-δε φαινονται αν δεν τα προσεξεις-δε φαινονται Παταω τους νεκρους, επειδη ειναι στη γη Τα ψεματα μου επειδη τα φοβαμαι Τις αληθειες μου επειδη με φοβαμαι (ή το αντιθετο) "Πατηστε το κουμπι παρακαλω! Κατεβαινω στην επομενη σταση." Παταω το κουδουνι του σπιτιου σου Δεν εισ εκει-θα περασω πιο μετα. Ή αυριο. Ή ποτε. Παταω το κουμπι του συναγερμου Κι οταν πια δε μου μενει τιποτ' αλλο να πατησω Περ-παταω Τοτε, Πατας τη σκια μου μ ενα ποδηλατο

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

we cannot be flying birds






Ας ξεκινήσουμε λοιπόν απ' την αρχή.
Χωρίς δεισιδαιμονίες, προλήψεις και προκαταλήψεις, θεούς και ιστορίες.
Χωρίς Θεό.

Κι ας ζήσουμε έτσι, ''ελεύθεροι''
ξέγνοιαστοι και προοδευτικοί

Κι ας δημιουργήσουμε εκ νέου το δικό μας Θεό
και όλα τα υπόλοιπα που οι διανοούμενοι σιχαίνονται

Γιατί ο άνθρωπος πάντα θα χρειάζεται ένα κλαδί για να πιαστεί
όσο ελεύθερος κι αν (νομίζει πως) είναι.