Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Κιαροσκούρο









Αφηρημένος προς κάθε ήχο
έφτιαχνε μουσική απορροφημένος
Περίεργοι περαστικοί
εκείνοι που δεν κοντοστάθηκαν να τον ακούσουν
Έπαιζε πιάνο με υγρή ματιά
γύρω του άδεια πλαστικά μπουκάλια
Πίεζε σταθερά τα πλήκτρα
κάτω απ' την φλόγα του κεριού
που τρεμόπαιζε

οι οπτικές

εκείνος καθώς έπαιζε έβλεπε έναν ασπρόμαυρο πίνακα φρικαλέων μορφών
οι θεατές καθώς έπαιζε έβλεπαν έναν κοστουμαρισμένο χίπη με λευκά δόντια να παίζει πιάνο σ' ένα βαν

το κομμάτι τελείωσε
ενώ το βράδυ άρχιζε

εκείνοι χαμογέλασαν
εκείνος χαμογέλασε
εκείνοι έφυγαν
εκείνος συνέχισε να παίζει

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Παρέλαση








Πάνω απ' τις εξέδρες των ''επισήμων''
ένα μοναχικό δωμάτιο
Μοναχικό, μα φωτεινό -το μόνο στην πολυκατοικία.
Ένας άνδρας σκυφτός στο γραφείο του
(να γράφει άραγε για την παρέλαση;)
Και τι να γράψει κανείς γι' αυτήν.
Μπαίνει στο δωμάτιο μια φιγούρα αλλιώτικη
είναι γυναίκα
ο άντρας σηκώνεται απότομα και ρίχνει βιαστικά στο συρτάρι αυτό που έγραφε.
Η γυναίκα φεύγει.
Ο άντρας φεύγει.
Το φως σβήνει.
Η εξέδρα μένει.
Μένει και η βροχή.





Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015









Κρύβεται


Στη ματιά που αναζητεί ευχαριστίες ένας δήθεν ευεργέτης
Στην ανάληψη πολιτικής ευθύνης του δολοφονικού τους φασισμού
Στο χέρι που χρηματίζεται κι έπειτα δίχως ντροπή αγκαλιάζει
Στα λόγια που λέγονται και ποτέ δεν εννοούνται
Στα λόγια που δε λέγονται παρά μόνο εν απουσία σου
Στη γλώσσα που δε γλείφει παγωτά και κορμιά, αλλά αφτιά και μυαλά
Στα μυαλά που μάλλον δε θυμίζουν πια μυαλά
Στο γέλιου αυτού που κοροϊδεύει
Στην αδιαφορία αυτού που ''δεν τον αφορά''


Κρύβεται

ο θάνατος της ελπίδας.






Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

ΑΔΙΕΞΟΔΟ





Ίσως αν αδειάζαμε μερικές στάλες πόθου απ’ τις επιθυμίες μας,
τότε να τις εκφράζαμε πιο εύκολα.
Ίσως τότε
να φωνάζαμε
και να παλεύαμε
πιο δυνατά και πιο θαρραλέα,
για κάτι που δε μας στοιχειώνει πριν κοιμηθούμε.
Για κάτι που δεν αγαπούμε.
Για έναν καναπέ βολικό και βαρετό.
Για έναν καναπέ που δεν καίει
και δεν έχει πόδια
για να φύγει.
ή για να ταξιδέψει τη σκέψη μας
σε μονοπάτια παραδεισένια
ή σε λεωφόρους ατελείωτες,

με κύκλωπες και λαιστρυγόνες. 







Το φιλί σου με ξεγελάει
Με κάνει να νομίζω πως για λίγο γίνομαι νέα
Μα δεν είμαι.
Στο σώμα μου κατοικούν ρίζες αιώνιες και με κατασπαράσσουν σαν κισσός,
μέρα με τη μέρα.
Έρχονται πόνοι απ' όλες τις πτυχές του κορμιού μου
και με χτυπούν ανελέητα
θυμίζοντας μου τη φθορά.
Θέλω να φύγει ο πόνος,
έστω για λίγο.
Φίλα με,
έστω για λίγο.

Το ψέμα είναι γλυκό, ακόμα κι όταν το γνωρίζεις.








Ψέματα λένε

«Γειά, τι κάνεις;», «καλά, εσύ;». Πριν καν προλάβεις να ολοκληρώσεις τη λέξη «εσύ» ο ευγενικός φίλος που μόλις σε χαιρέτησε έχει ήδη απομακρυνθεί κοντά στα δύο εκτάρια. Μερικές φορές που θα τύχει να' ναι στις καλές του, ίσως μουρμουρίσει μέσα απ' τα δόντια του ένα «καλά κι εγώ», το οποίο πιο πιθανό είναι να ακούσει ο πλανόδιος πωλητής λαχανοκόφτη – βλέπω πολλούς τώρα τελευταία, παρά εσύ. 

Αλλά μην παραπονιέσαι. Κι εσύ λες πως είσαι καλά χωρίς να είσαι. Έπειτα έρχονται τα γενέθλιά σου. «Χρόνια πολλά». Κι εσύ να ευχαριστείς.
 Τώρα πια δεν έχεις μόνο τις θείες που σε ζητούν στο τηλέφωνο- αφού πρώτα μάθουν όλα τα κουτσομπολιά απ' τη μαμά, για να σου ευχηθούν και να ρωτήσουν πώς τα πας με τη σχολή. Βέβαια πάντα τους διαφεύγει σε ποια ρημάδα σχολή είσαι.
 Τώρα, αγαπητέ μου, έχεις και το facebook. Γιατί, άντε, με τα τηλέφωνα την ψιλοέβγαζες. Τη μία έλειπες, την άλλη ήσουν στο μπάνιο. Εδώ σε θέλω όμως, στο facebook! Αλλά μην παραπονιέσαι. Κι εσύ εύχεσαι πού και πού από υποχρέωση.  

 Μετά λοιπόν σε αγαπάνε. «Σ' αγαπώ», σου λένε, «Σε πιστεύω». «Κι εγώ σ' αγαπώ», λες, και μερικές φορές μπορεί και να το πιστεύεις.
 Μα δεν το σκέφτεσαι και πολύ, δεν έχει μεγάλη διαφορά. Απλά το λες, όπως απλά στο λεν', και όλα κυλούν αργά απλώς για να κυλούν, κι όταν το συνειδητοποιείς είναι αργά. Όμως δε φταίνε αυτοί που απουσιάζουν όντας παρόντες, αυτοί σ' αγαπούν.

 Αλλά να παραπονιέσαι. Ψέματα λένε, που είπε και ο Παύλος...

25η ώρα

Κάθεσαι  λοιπόν στο παράθυρο σου και κοιτάς απέναντι. Κοιτάς το κενό. Η διορία που σου έδωσαν ήταν ξεκάθαρη: « Έχεις 24 ώρες ν’ αποφασίσεις».  Αν είχες άλλη μία ώρα…  Την 25η ώρα.
Αλλά από μικρή έτσι ήσουν. Τα’ θελες όλα, κι όλα από λίγο. Αναποφάσιστη. «Πώς να σου κάνω τα μαλλιά;» σε ρωτούσε η μαμά. «Μισά- μισά», έλεγες μετά από σκέψη. Έτσι θα είχες τα μισά πάνω και τα μισά κάτω, λίγο απ’ όλα δηλαδή. Και τίποτα ολόκληρο. Τι να σου βάλω στην αυγό- φετα , τυρί ή μέλι; Μα, φυσικά μία με τυρί και μία με μέλι. Κι ύστερα, ύστερα μεγάλωσες. Ποιόν θέλεις τον τάδε ή το δείνα;  Εννοείται  και  τους δύο. Και κάπου εκεί έχασες την μπάλα. Κάπου εκεί, ανάμεσα στην ανεπάρκεια του ενός κι αυτή του άλλου. Κάπου εκεί κατάλαβες  πως δε σου αρκεί πια το μισό-μισό και  πως θέλεις ένα ολόκληρο. Ωχ. Ήρθε η ώρα ν’ αποφασίσεις. Κι όταν αποφάσισες  είδες  πως το μισό ολόκληρο δε γίνεται, βολεύτηκε. Ας  το διάλεγες όταν έπρεπε, θα σου πουν.  Και τότε ασφυξία. Και μετά πέφτεις. Μα η ζωή κυλά. Διαβάζεις στο ίντερνετ και το φεισμπουκάκι  τα νέα του κόσμου και  των φίλων και των γνωστών. Ασανσέρ που θα φτάνει στο διάστημα οι Ιάπωνες, τα δέκα ρούχα που δεν επιτρέπεται να φορέσεις στο πρώτο ραντεβού, η Μαίρη τα έφτιαξε με τον Αντώνη  και κάνε το τεστ για να δεις πόσο ψυχοπαθής είσαι. Ο χρόνος δεν παγώνει. Το λεμόνι παγώνει αλλά το παγώνι δεν «λεμόνει».  Τι να κάνεις, συνεχί-ζεις, μισοζείς ή κάτι ενδιάμεσο. Σπίτι-δουλεία-καφέδες-υποχρεώσεις-σινεμά. Και το μόνο που θέλεις είναι μία ώρα ακόμη. Μία ώρα, βρε αδελφέ, για να κλάψεις και να θυμηθείς. Να θυμηθείς και να κλάψεις. Γιατί δεν πρόλαβες. Γιατί δε σ’ άφησαν, γιατί δε σ’ άφησες.
Κοιτάς το ρολόι, η διορία τέλειωσε. Εμπρός  λοιπόν, σε περιμένουν.